Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

Εκδήλωση Ιδρύματος Λυσσαρίδη με θέμα: «Επανατοποθέτηση και επαναπροσδιορισμός της μορφής και του περιεχόμενου λύσης του Κυπριακού»



Ομιλία Προέδρου Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών κ. Γιώργου Περδίκη

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2015, Ίδρυμα Βάσου Λυσσαρίδη




1. Εισαγωγή

Το τελευταίο διάστημα βιώνουμε ακόμα μία ακύρωση των καλοπροαίρετων προσδοκιών της Κυπριακής ηγεσίας.

Όσοι επένδυσαν στον εκσυγχρονιστή Ερντογάν και στην αλλαγή στάσης της Τουρκοκυπριακής ηγεσίας, οφείλουν να αξιολογήσουν τα πραγματικά δεδομένα και να αλλάξουν εκτιμήσεις και θεώρηση στο Κυπριακό. Η εμμονή στον ίδιο μύθο μετά τις τελευταίες προκλητικές ενέργειες της Τουρκίας στην Κυπριακή ΑΟΖ θα είναι πλέον πράξη αυτοκτονίας. Από την άλλη όσοι υποστήριξαν και υποστηρίζουν την αλλαγή στρατηγικής στο Κυπριακό έχουμε την ευθύνη να δώσουμε συγκεκριμένες προτάσεις.

Θεωρούμε ότι τώρα περισσότερο από ποτέ οφείλουμε να δώσουμε στον Κυπριακό λαό συγκεκριμένη πρόταση ελπίδας και προοπτικής. Ως Κίνημα Οικολόγων Περιβαλλοντιστών είχαμε κατ´ επανάληψη καταθέσει προτάσεις και απόψεις για μια  εναλλακτική θεώρηση στο Κυπριακό. Θεωρούμε ότι η αντιμετώπιση των Τουρκικών προκλήσεων στην Κυπριακή ΑΟΖ δεν μπορεί να γίνεται απομονωμένα και σπασμωδικά. Όπως ορθά ανέφερε ο Προέδρος Αναστασιάδης τις προάλλες, δεν μπορεί να συνεχιστεί ο «διάλογος κωφών». Ακόμα και αν η Τουρκία αποσύρει την οδηγία προς ναυτιλομένους (NAVTEX) δεν αλλάζει καθόλου η διαπίστωση ότι οι συνομιλίες έχουν αποτύχει να δώσουν αποτέλεσμα γιατί ακριβώς έχουν το χαρακτήρα που τους απέδωσε ο ίδιος ο κ. Αναστασιάδης.

Συνεπώς θεωρούμε ότι επιβάλλεται το σύνολο των μέτρων που ορθώς αποφασίστηκαν (αλλά δυστυχώς δεν εφαρμόστηκαν) για να αντιμετωπιστεί η Τουρκική προκλητικότητα να ενταχθούν σε ένα ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό πέραν του συνηθισμένου στενού πλαισίου των διακοινοτικών συνομιλιών. Οφείλουμε σταδιακά να εφαρμόζουμε μια άλλη στρατηγική βασισμένη στην επιστημονική μελέτη, στο διεθνές δίκαιο, στην αποτελεσματική διπλωματία και τη δημοκρατική νομιμοποίηση.

Δεν συμφωνούμε στην ανάδειξη της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας Κύπρου (ακόμα και με το όποιο «σωστό περιεχόμενο») σε στόχους – φετίχ. Δυστυχώς η πλειοψηφία των πολιτικών ηγεσιών οχυρώνονται γύρω από αυτήν την πολιτική χίμαιρα, κατηγορώντας όσους / όσες την αμφισβητούν ως απορριπτικοί. Προβάλλουν ως ενισχυτικό επιχείρημα ότι η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία έχει πλέον συμφωνηθεί από τις ηγεσίες των δύο κοινοτήτων, τις δύο «μητέρες πατρίδες» και το σύνολο του διεθνούς παράγοντα.

Γεννιέται όμως το ερώτημα, αφού καθολικά γίνεται αποδεκτή η δικοινοτική διζωνική ομοσπονδία από τις ηγεσίες, τα κράτη και τους διεθνείς οργανισμού, γιατί η επιδίωξη λύσης στη βάση αυτού του πλαισίου δεν οδήγησε σε λύση του Κυπριακού τόσα χρόνια ατέρμονων κύκλων διαπραγματεύσεων;

Από την άλλη υπάρχουν πολλοί που ζητούν «εδώ και τώρα» πανηγυρική απόρριψη της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Αδυνατούν όμως να δώσουν συγκροτημένη εναλλακτική πρόταση.

Ως Οικολόγοι θεωρούμε ότι δεν χρειάζεται να γίνει πανηγυρική απόρριψη της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας, γιατί απλούστατα η ίδια η Ιστορία την έχει απορρίψει. Το μιλίμετρο πρέπει να μηδενιστεί και να αρχίσουμε από την αρχή. Και η αρχή είναι το ενιαίο κράτος όπως καθορίζεται από τις ιδρυτικές συμφωνίες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η τροποποίηση του συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι βεβαίως αναγκαία. Άλλωστε έχουν περάσει ήδη 55 χρόνια. Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει να εκσυγχρονιστεί με βάση τα σύγχρονα δεδομένα, το Ευρωπαϊκό κεκτημένο, το σύγχρονο διεθνές και Ευρωπαϊκό πλαίσιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την προστασία του περιβάλλοντος, των δικαιωμάτων, των μειονοτήτων κ.ο.κ.


2. Διαπιστώσεις

Α) Οι συνομιλίες απέτυχαν
Τριάντα επτά χρόνια συζητήσεων στη βάση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας έφεραν μόνο υποχωρήσεις και παγίωση κατοχικών δεδομένων. Οδήγησαν στην απογοήτευση τον Κυπριακό λαό και στην απομάκρυνση από τις αρχές μιας δίκαιης και βιώσιμης λύσης. Μέσα από τις πολύχρονες διαδικασίες συνομιλιών εμπεδώθηκε η εντύπωση στη διεθνή κοινότητα ότι το θέμα αφορά πλέον τις δυο κοινότητες, οι οποίες κατοικούν από το 1974 σε δυο ξεχωριστές περιοχές. Το ψευδοκράτος μπορεί να μην έχει τύχει διεθνούς αναγνώρισης αλλά έγινε από τα περισσότερα κράτη αποδεκτή η παρουσία του. Η πρόσφατη συμφωνία για «χιαστί επαφές» των δύο διαπραγματευτών με την Αθήνα και την Άγκυρα, έχει ενδυναμώσει και ενισχύσει τις προσπάθειες της Τουρκίας να πετύχει τη διεθνή αποδοχή του ψευδοκράτους ενώ παράλληλα εντείνει τις ενέργειες της για αποαναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας. 

Όλοι πλέον μιλούν για «επανένωση» υπονοώντας ότι το θέμα αφορά τα δυο μέρη ή όπως αλλιώς καθιερώθηκε να λέγεται, τις «δύο πλευρές». Το Κυπριακό έχει πλέον μετατραπεί σε θέμα δικοινοτικής διαφοράς μεταξύ των Ελλήνων και των Τούρκων της Κύπρου και απομακρύνθηκε από τη βάση του προβλήματος εισβολής - κατοχής και καταπάτησης του διεθνούς δικαίου. Το Κυπριακό έχει «αποδιεθνοποιηθεί» πλήρως.

Β) Ο συσχετισμός δυνάμεων
Όλα αυτά τα χρόνια η διαχείριση του Κυπριακού μένει στην επιφάνεια του προβλήματος. Ασχολούμαστε με το αποτέλεσμα και όχι το αίτιον. Γίνεται μια διαχείριση επιφανειακή, πρόχειρη, αποσπασματική και βραχείας οπτικής, μια διαχείριση που δεν φτάνει στη ρίζα του προβλήματος. Κατά την άποψη μας στη ρίζα του προβλήματος βρίσκεται ο δυσμενής συσχετισμός δυνάμεων. Αν δεν αλλάξει αυτό το δεδομένο, ότι κι αν συμβαίνει στην επιφάνεια – δηλαδή στο επίπεδο των συνομιλιών – δεν έχει ιδιαίτερη σημασία και ουσιαστικό αποτέλεσμα. Μάλιστα, όσο περνά ο χρόνος μπορεί ο συσχετισμός αυτός να γίνεται χειρότερος. Ο χρόνος δεν αξιοποιείται θετικά. Αφήνεται να παρέρχεται αναπαράγοντας και παγιώνοντας τα κατοχικά δεδομένα.

Η αντίληψη της Κυπριακής πολιτικής ηγεσίας στερείται (διαχρονικά) στρατηγικού βάθους. Η πολιτική διαχείριση του Κυπριακού είναι ανερμάτιστη και βραχύβιος και στερείται οράματος. Χρειαζόμαστε μια νέα πολιτική διαχείρισης μακροχρόνια και διαρκή, η οποία να προσαρμόζεται στα καινούργια δεδομένα τα οποία διαμορφώνονται συνεχώς. Χρειαζόμαστε μία στρατηγική η οποία αφού κάνει την ορθή εκτίμηση και αξιολόγηση των εμπλεκομένων συμφερόντων να μπορέσει με το σωστό σχέδιο να ανατρέψει τον αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων. Διότι όσο διατηρείται και ενισχύεται η ανισότητα στον συσχετισμό δυνάμεων, θα χάνουμε συνεχώς στο τραπέζι των συνομιλιών. Ο συσχετισμός δυνάμεων μπορεί να αλλάξει – έστω και οριακά – μόνο με την επίτευξη συμμαχιών με όμορες και εμπλεκόμενες δυνάμεις και χώρες.

Οι συμμαχίες αυτές πρέπει να επεκταθούν σε τομείς της ασφάλειας κατά τρόπο που να εξασφαλίζει την ενεργητική συνδρομή ισχυρών δυνάμεων σε βοήθεια της Κύπρου σε περίπτωση στρατιωτικής απειλής ή επίθεσης. Για να εξασφαλιστεί η δυνατότητα να μπορεί να υλοποιηθεί ένας τέτοιος σχεδιασμός χρειάζονται υποδομές που να μπορούν να υποστηρίξουν τις σύμμαχος δυνάμεις αλλά και εκπαίδευση και συντονισμός. Η υπόθεση αυτή δεν εξαντλείται σε κάποιες διευκολύνσεις σε αεροδρόμια και λιμάνια. 

Πέραν των αμυντικών συμμαχιών πρέπει να επεκταθούν οι συμμαχικές δομές και σε όλους τους τομείς της περιφερειακής συνεργασίας π.χ. ενέργεια, έρευνα διάσωση, περιβάλλον, εμπόριο κ.ο.κ.

Γ) Ο κόσμος αλλάζει
Διαμορφώνονται καινούργιες συμμαχίες στην περιοχή και προοπτικές αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων. Η ανακάλυψη των κοιτασμάτων στην Κυπριακή ΑΟΖ, η προσέγγιση με το Ισραήλ και την Αίγυπτο σε συνδυασμό με την κρίση στις σχέσεις της Τουρκίας με τις χώρες αυτές, η δραστηριότητα των σουνιτών τρομοκρατών του ISIS και η σχέση τους με την Τουρκία, η επαναπροσέγγιση του Ιράν με τη Δύση κ.ο.κ.,  έχουν διαφοροποιήσει το ειδικό βάρος της Τουρκίας.

Η Τουρκία φαίνεται να χάνει κλασικούς της συμμάχους στην περιοχή και στον ισλαμικό κόσμο γενικά ενώ είναι πλέον ευρέως αποδεκτό ότι η εξωτερική πολιτική της σημειώνει αποτυχίες. Χαρακτηριστικά αναφέρεται η αποτυχία της στην Αίγυπτο, στην Λιβύη, στην μουσουλμανική Αφρική, στη Συρία και στην Αρμενία.

Οι αποτυχίες της Τουρκίας αντανακλούνται στην πρόσφατη αποτυχία της να επανεκλεγεί ως μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και στην αδυναμία της να εκδώσει ψήφισμα υπέρ του ψευδοκράτους στην ισλαμική διάσκεψη. Η προοπτική δημιουργίας Κουρδικού κράτους στα νοτιοανατολικά της Τουρκίας και η ενίσχυση των δυνάμεων του ΡΚΚ που αγωνίζεται κατά των Τζιχαντιστών είναι μια εξέλιξη που αναμένεται να αποσταθεροποιήσει ακόμα περισσότερο την Τουρκία. Τα δεδομένα αλλάζουν γοργά και εξελίσσονται με περίπλοκο τρόπο γι’ αυτό χρειάζεται συνεχής και ενδελεχής παρακολούθηση και ανάπτυξη της δυνατότητας αξιοποίησης των εμπλεκόμενων συμφερόντων. 

Για να υπάρξει σταθερή και εμπεριστατωμένη παρακολούθηση των εξελίξεων δεν αρκεί η σοφία των πολιτικών. Απαιτείται η δημιουργία θεσμικών σωμάτων με την κατάλληλη επιστημονική κατάρτιση που πέραν της παρακολούθησης, θα μπορούν να καταθέτουν σε υψηλό επίπεδο προτάσεις για τη διαχείριση των εμπλεκομένων συμφερόντων. 

Δ) Δημοκρατική νομιμοποίηση
Επί τριάντα επτά χρόνια γίνεται συζήτηση για το Κυπριακό στο επίπεδο των ηγεσιών των δύο κοινοτήτων. Οι πολίτες (Τουρκοκύπριοι και Ελληνοκύπριοι) είναι ουσιαστικά απόντες. Είτε κρατούνται στο σκοτάδι και στην άγνοια, είτε ντοπάρονται με ψεύτικα συνθήματα και φανατικές ουτοπίες. Είναι ολοφάνερο ότι καμία λύση του Κυπριακού προβλήματος έχει ελπίδα επιβίωσης, εάν δεν τυγχάνει δημοκρατικής νομιμοποίησης.


Η κατοχύρωση του θεσμού του δημοψηφίσματος είναι πολύ χρήσιμο εργαλείο για τη δημοκρατική νομιμοποίηση, δεν είναι όμως αρκετή. Υπάρχει και το προηγούμενο του 2004 όπου επετράπηκε η  συμμετοχή σ’ αυτό και των εποίκων, κάτι που δεν πρέπει επουδενί να επαναληφθεί.

Σε ένα δημοψήφισμα οι πολίτες προφανώς θα κληθούν να αποφασίσουν στη βάση εκβιαστικών διλημμάτων. Η δημοκρατική νομιμοποίηση δεν μπορεί λοιπόν να εξαντλείται στο θεσμό του δημοψηφίσματος. Εφόσον οι πολίτες δεν μετέχουν στη διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού, θα υπάρχουν πάντα περιθώρια για αμφισβήτηση της νομιμότητας οποιασδήποτε συμφωνίας, ακόμα κι αν τεθεί σε δημοψήφισμα. Είναι αμφίβολο αν μπορεί με τις σημερινές συνθήκες μία λύση του Κυπριακού που δεν θα προέρχεται από τους ίδιους τους πολίτες να είναι βιώσιμη. Το ιστορικό προηγούμενο απέδειξε ότι μια λύση που θα είναι δοτή ή θα είναι προϊόν πειθαναγκασμού, δεν θα είναι βιώσιμη.


3. Ορισμένες προτάσεις
  1. Δημιουργία Μονάδας Στρατηγικού Σχεδιασμού, με διεθνούς επιπέδου επιστήμονες. 
  2. Μελέτη των εμπλεκομένων συμφερόντων και της δυναμικής της περιφερειακής ασφάλειας.
  3. Διαμόρφωση σχεδίου ενεργειών με βάση τη μέθοδο SWAT (παράρτημα). 
  4. Αξιοποίηση της γεωγραφικής θέσης της Κύπρου και των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων ως γεωπολιτικών πλεονεκτημάτων.
  5. Ανάθεση σε διεθνούς κύρους συνταγματολόγους της κατάρτισης σχεδίου τροποποίησης του Κυπριακού Συντάγματος στη βάση των διεθνώς αναγνωρισμένων αρχών, των Ευρωπαϊκών αρχών και του διεθνούς συνταγματικού δικαίου και με αφετηρία το Σύνταγμα του 1960.
  6. Αξιολόγηση των προτάσεων των συνταγματολόγων και συζήτηση με την κοινωνία των πολίτων με τη συμμετοχή οργανωμένων συνόλων από τις εθνικές κοινότητες (Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους) και τις θρησκευτικές ομάδες, τις παραγωγικές τάξεις, τις συντεχνίες, τις μη κυβερνητικές οργανώσεις κ.ο.κ., ως μια σύγχρονη μορφή λαϊκής αναθεωρητικής συντακτικής διάσκεψης.
  7. Η συνταγματική δομή της Κυπριακής Δημοκρατίας, η κατανομή εξουσιών, οι διεθνείς και Ευρωπαϊκές σχέσεις, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η εφαρμογή τους αφού τελικά πάρουν τη μορφή τροποποίησης του υφιστάμενου Συντάγματος του 1960 (που θυμίζω ότι αφορά γεωγραφικά Ενιαίο Κράτος με δικοινοτικό χαρακτήρα), με τις ανάλογες μεταβατικές διατάξεις και παραρτήματα, να κατατεθούν στα Ηνωμένα Έθνη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως πρόταση για λύση του Κυπριακού με την απαίτηση να αναλάβουν οι διεθνείς αυτοί οργανισμοί τη διοργάνωση δημοψηφίσματος μεταξύ των νόμιμων πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας (εννοείται ότι αποκλείονται από το δημοψήφισμα οι έποικοι). 
  8. Στο τελικό στάδιο της διαδικασίας και αφού διαμορφωθεί συμφωνία να συγκληθεί διεθνής διάσκεψη με τη συμμετοχή των μόνιμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας για τα θέματα της διεθνούς πτυχής του Κυπριακού.


Επίλογος
Ομολογώ ότι η πρόταση μας εισάγει νέες διαδικασίες πέραν των τετριμμένων και καθιερωμένων των διαπραγματεύσεων μέσω των ηγετών των δύο κοινοτήτων που οδήγησαν στην παγίωση των κατοχικών δεδομένων και στην καθολική απογοήτευση.

Πρέπει να καταφέρουμε να δούμε το Κυπριακό πέραν από το κουτί, όπως αυτό καθιερώθηκε τα τελευταία  37 σχεδόν χρόνια. Πρέπει να εγκαταλείψουμε τη λογική «business as usual», γιατί αυτή οδηγεί το Κυπριακό, είτε σε τέλμα είτε σε περαιτέρω οδυνηρές υποχωρήσεις.

Η προσπάθεια κάποιων να χαρακτηρίσουν τις προτάσεις μας ως «μη πειστικές» φανερώνει την αδυναμία τους να σκεφτούν με εναλλακτικό τρόπο, να απελευθερωθούν από τις αγκυλώσεις των 40 χρόνων ατέρμονων και επιζήμιων συνομιλιών, να βγουν από το κατεστημένο κουτί και με θάρρος να αντιμετωπίσουν τις πραγματικότητες αναλαμβάνοντας τις απορρέουσες ευθύνες για απεγκλωβισμό και δημιουργία μιας νέας προοπτικής για την Κύπρο και το λαό μας.